Η διενέργεια όλων των τραπεζικών εργασιών κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. 2 του
νόµου περί πιστωτικών ιδρυµάτων [Kreditwesengesetz, στο εξής: KWG] -με εξαίρεση τις
συναλλαγές που αφορούν υποθηκικά ομόλογα (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. 2 στοιχ. 1α KWG), τη
δραστηριότητα ως κεντρικός θεματοφύλακας κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 6 KWG (άρθρο
1 παρ. 1 εδ. 2 στοιχ. 6 KWG) και τη δραστηριότητα ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά την
έννοια του άρθρου 1 παρ. 31 KWG (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. 2 στοιχ. 12 KWG)- και κάθε είδους
δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1α εδ. 2 και
3 KWG και του άρθρου 32 παρ. lα KWG -με εξαίρεση τη λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού
οργανωμένης διαπραγμάτευσης (άρθρο 1 παρ. 1α εδ. 2 στοιχ. 1β KWG), οργανωμένου
μηχανισμού διαπραγμάτευσης (άρθρο 1 παρ. 1α εδ. 2 στοιχ. 1δ KWG) και περιορισμένης παροχής
υπηρεσιών θεματοφύλακα (άρθρο 1 παρ. 1α εδ. 2 στοιχ. 12 KWG)- καθώς και κάθε άλλη
τραπεζική εργασία, παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και υπηρεσίας πληρωμών, με την
προϋπόθεση ότι για τη διενέργειά της δεν απαιτείται χωριστή άδεια.
Η εταιρεία μπορεί να ασκεί και κάθε άλλη δραστηριότητα που φαίνεται πρόσφορη για την
προαγωγή του εταιρικού σκοπού. Η εταιρεία έχει δικαίωμα να αποκτά και να εκποιεί ακίνητα, να
ιδρύει υποκαταστήματα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, να συμμετέχει σε άλλες επιχειρήσεις
όμοιου ή συναφούς, σε ειδικές δε περιπτώσεις ακόμα και διαφορετικού, τύπου καθώς και να
συνάπτει συμφωνίες για τη δημιουργία ομίλων εταιριών και κοινών συμφερόντων.